Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012

«ΠΕΙΝΑΣΜΕΝΟΙ ΑΛΛΑ ΣΙΚ»

ΑΝΑΡΤΗΘΗΚΕ ΔΕΥΤΕΡΑ, 10 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2012 ΣΤΙΣ 20:45, www.apospasma.gr
 
 «Κατέβηκε» από τη βιτρίνα του πολυκαταστήματος «Fokas» η φράση «Πεινασμένοι αλλά σικ» (Hungry but chic) που προκάλεσε αρκετές αντιδράσεις στο Διαδίκτυο.

Το συγκεκριμένο σλόγκαν δεν αποτελεί έμπνευση του πολυκαταστήματος, αλλά της γαλλικής εταιρείας ρούχων KOOKAΪ, η οποία μάλλον έχει επιλέξει μια... ατυχή φράση για να διαφημίσει την κολεξιόν της φετινής σεζόν.
Σίγουρα η αναγραφή αποτελούσε πρόκληση, την ώρα εκατοντάδες εργαζόμενοι του «Fokas» κινδυνεύουν να μείνουν στο δρόμο εξαιτίας της αίτησης της επιχείρησης για υπαγωγή στο άρθρο 99 του Πτωχευτικού Κώδικα, ενώ από τον εμπορικότερο δρόμο της Αθήνας περνούν καθημερινά πάρα πολλά θύματα της κρίσης, που δεν έχουν ούτε χρήματα για φαγητό ούτε για ρούχα.

Οι επίτροποι τσακίζουν την συμφωνία

 
Λευτέρης Χαραλαμπόπουλος


Από τη μέρα που ο Σταύρος Ψυχάρης πήρε τον κοντυλοφόρο του και ανέβηκε στο βουνό να πολεμήσει τις δυνάμεις κατοχής, οι παλιοί του συμπολεμιστές ετοιμάζουν μολότοφ να πολεμήσουν τους κουκουλοφόρους που λυμαίνονται τη χώρα. Το λόμπι της δραχμής παλεύει με νύχια και με δόντια να προσεταιριστεί τον κομαντάντε της Μιχαλακοπούλου και να ενώσουν τις δυνάμεις τους…
Πέρα από τη θυμηδία που προκαλεί η αναδίπλωση των εντύπων του ΔΟΛ(Ψ) που από μνημονιακά σήκωσαν ψηλά το λάβαρο της επανάστασης και μεταβλήθηκαν σε Τράγκες, κάποιο λάκκο έχει η φάβα.
Αν δεν φανερώνει πανικό, τότε είναι τουλάχιστον άκομψες οι ξαφνικές δημόσιες κραυγές των ηγετικών στελεχών του ΔΟΛ.
Ο Ψυχάρης… απειλεί από το κύριο άρθρο του κυριακάτικου Βήματος ότι «όσοι ερευνούν για δάνεια των εφημερίδων ας γνωρίζουν ότι ο «θησαυρός» θα είναι άνθρακες. Και ότι οι εφημερίδες μπορούν να εκδοθούν ακόμη και τετρασέλιδες, αλλά θα εκδοθούν και θα κυκλοφορήσουν, έστω χέρι με χέρι», ενώ ο διευθυντής της εφημερίδας Α. Καρακούσης απορεί ξαφνικά αν «μπορεί να είναι τόσο ξεφτιλισμένοι οι Ευρωπαίοι;»
Τι κρύβεται τελικά πίσω απ’ τον άλλοτε κραταιό δημοσιογραφικό οργανισμό που μοιάζει να καταρρέει σαν χάρτινος πύργος κάτω απ’ το δυσβάσταχτο βάρος των δανείων;
Αν υπάρχει ένα στοιχείο που χαρακτηρίζει τον κομαντάντε του ΔΟΛ, αυτό είναι το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Χάρη σε αυτό ανελίχθηκε ο Ψυχάρης ταχύτατα στην ιεραρχία των πολιτικών συντακτών, χάρη σ’ αυτό μετακόμισε από το προδικτατορικό «Έθνος» στον δημοσιογραφικό οργανισμό Λαμπράκη, χάρη σ’ αυτό σε διάστημα μιας δεκαετίας βρέθηκε στην κορυφή της πυραμίδας του ΔΟΛ και χάρη σ’ αυτό διέβλεψε και επένδυσε στην άνοδο των ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης και δη την τηλεόραση με τη συνεργασία του ΔΟΛ στο Mega Channel.
Εν μέσω της μεγαλύτερης οικονομικής κρίσης που βιώνει ο τόπος τον τελευταίο μισό αιώνα, έχει ενδιαφέρον ο τρόπος με τον οποίο θα παίξει το χαρτί του ο Ψυχάρης.
Στη Μιχαλακοπούλου τα σενάρια της συγχώνευσης, ουσιαστικά έχουν μετατραπεί σε σχέδια επί χάρτου. Το καινούργιο, ανανεωμένο σάιτ προβλέπει την απορρόφηση των συντακτών του Βήματος και των Νέων ως πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. «Να δούμε πόσοι θα χωρέσουμε» λένε τα στελέχη, στέλνοντας το πρώτο μήνυμα πανικού. Σε ποια εταιρεία ανήκει το νέο σάιτ; Τι εργασιακό καθεστώς θα ισχύει για τους υπαλλήλους του οργανισμού; Αυτά είναι επουσιώδη ερωτήματα μπροστά στη μεγάλη εικόνα!
Ποια είναι αυτή; Μια ακόμη μεγαλύτερη συγχώνευση. Αυτή ανάμεσα σε δύο εκδοτικούς κολοσσούς των τελευταίων δεκαετιών, του ΔΟΛ και του ομίλου Μπόμπολα. Ούτως ή άλλως, και οι δύο είναι βυθισμένοι στα δάνεια και στα χρέη, όπως φυσικά και το Mega Channel στο οποίο είναι συμμέτοχοι.
Το σενάριο θέλει τους δύο οργανισμούς να ενώνουν τις υγιείς και πρωτοκλασάτες δυνάμεις τους κάτω από μια νέα εταιρική ομπρέλα. Ο Ψυχάρης εκτός από τα brandnames που διαθέτει στο χαρτοφυλάκιό του, θα προσθέσει στην εξίσωση και ένα… σετ επιχειρηματιών που ουδέποτε ενεργοποιήθηκαν για να βγάλουν τον ΔΟΛ από το βούρκο.
Από πέρυσι έχουν ακουστεί τα ονόματα των Σωκράτη Κόκκαλη, Ευάγγελου Μυτιληναίου, Πολυχρόνη Συγγελίδη, Γιώργου Περιστέρη και Πάνου Γερμανού, επιχειρηματιών που έχουν επισκεφθεί αρκετές φορές το κτίριο της Μιχαλακοπούλου. Με πρόσωπο όλους αυτούς ο Ψυχάρης θα επεδίωκε να λάβει 20 εκατομμύρια ευρώ ομολογιακό δάνειο για το σχέδιο που αναλύεται παρακάτω.
Το σχέδιο υφίσταται απ’ τις αρχές της περασμένης δεκαετίας, όταν οι δύο δημοσιογραφικοί οργανισμοί άρχισαν να βαδίζουν στα χνάρια των τραπεζών. Αφού εκείνες συγχωνεύονται, μπορούν και οι δύο όμιλοι. Το σενάριο θέλει φυσικά και τις τράπεζες να εμπλέκονται, καθώς τα δάνεια που έχει ο Μπόμπολας στον Πήγασο και ο Ψυχάρης στον ΔΟΛ -μαζί με αυτά των υπόλοιπων μιντιακών εταιρειών τους- πλησιάζουν τα 300 εκατομμύρια ευρώ.
Στο ενδεχόμενο συγχώνευσης, το ζητούμενο θα ήταν να προκύψει ένα κούρεμα του χρέους της τάξης του 40% για τη νέα εταιρεία, η οποία θα έχει τα μέσα που θεωρούνται υγιή ή αυτά που έχουν μέλλον και στα οποία αξίζει η επένδυση. Τα υπόλοιπα μένουν στη μαμά εταιρεία, στον Πήγασο και στον ΔΟΛ αντίστοιχα. Παράλληλα, οι ανενεργοί τίτλοι εφημερίδων και περιοδικών που αποτελούν σημαντική περιουσία, θα «μετακομίσουν» σε κάποια άλλη εταιρεία, όπως είναι για παράδειγμα η «Psycharis media group».
Και οι εργαζόμενοι; Τι θα απογίνουν σ’ αυτό το σενάριο; Αυτοί θα κληθούν να συζητήσουν από μηδενική βάση την υπαγωγή τους στη νέα εταιρεία. Στη βάση του εργασιακού μεσαίωνα που έχουν επιβάλει τα μνημόνια στη χώρα. Άλλωστε, μόνο υπ’ αυτές τις συνθήκες θα εγκρίνει η (όποια) τράπεζα τις νέες δανειακές συμβάσεις και το «κούρεμα»…
Όλο αυτό το πλάνο, όμως, φαίνεται να κολλάει στη συνθηκολόγηση της χώρας στους νέους οικονομικούς κατακτητές! Αυτούς που θα αναχρηματοδοτήσουν τις τράπεζες, η κεφαλαιακή επάρκεια των οποίων έχει βυθιστεί στα τάρταρα. Αυτούς που σκοπεύουν να ελέγξουν την πορεία των χρημάτων τους. Αυτούς που θα γίνουν δερβέναγες των ελληνικών τραπεζών, μετατρέποντάς τις σε επαρχιακά «μαγαζάκια».
Και εκεί ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα του σχεδίου της συγχώνευσης, κυρίως από την πλευρά του Ψυχάρη, καθώς ο Μπόμπολας μπορεί να βάλει λουκέτο στις ζημιογόνες επιχειρήσεις του διατηρώντας καθαρό «πρόσωπο» προς τις τράπεζες.
Ο ισχυρός άντρας του ΔΟΛ στήριζε μέχρι τώρα τη μνημονιακή πολιτική, προφανώς πιστεύοντας ότι οι τράπεζες θα αναχρηματοδοτηθούν και θα συνεχίσουν να λειτουργούν όπως πριν. Η επερχόμενη «εποπτεία», όμως, αλλάζει τα δεδομένα και προκαλεί κρίσεις. Ενίοτε και πανικού…
UNFOLLOW

Εκατό σκαλοπάτια κι ένα πλατύσκαλο.


γραφει ο αρισταρχος
Σελίδα 4

Ρυθμικά χτυπούσαν οι ρόδες πάνω στις ράγες φέρνοντας βαριά νύστα στα βλέφαρά τους. Παρ’   ότι η διαδρομή σαν φιδάκι πλάι στο ποτάμι ήταν καταπληκτική δεν άντεξαν και αποκοιμήθηκαν  μάνα και γιός γέρνοντας το κεφάλι μ’ εμπιστοσύνη στον ώμο του άντρα/πατέρα. Κι αυτός όμως σε λίγο αφέθηκε σ’ ένα γλυκό γαλήνιο ύπνο με μόνο νανούρισμα το ντακ-ντακ που έκαναν οι τροχοί.
Τα μεγάφωνα φώναξαν σε υψηλή δόση ντεσιμπέλ “Οριακόοοοοοο. ” Πετάχτηκαν και μάζεψαν τα πράγματά τους ενώ η αμαξοστοιχία έκοβε ταχύτητα. Ο Σταθμός ήταν άδειος με μόνο δύο άτομα. Τον σταθμάρχη και τον οδηγό του τοπικού λεωφορείου . Από το τρένο κατέβηκαν οι τρεις και άλλα πέντε άτομα. Ο οδηγός του λεωφορείου άνοιξε την πόρτα και φώναξε “Σκορπιστόοο”. Όλοι χάθηκαν μέσα στο αρχαιολογικό πράσινο κατασκεύασμα που ήθελε να το λεν λεωφορείο κι εκείνο πήρε μπροστά βήχοντας και βγάζοντας μεγάλες μαύρες μπάφλες καπνού, ύστερα χάθηκε στην στροφή για το χωριό.
Μπροστά ορθώνονταν το βουνό επιβλητικό. Αφέντης της περιοχής γεμάτο μνήμες και μυστικά. Κάθε βράχος, κάθε πέτρα είχε να διηγηθεί ατέλειωτες ιστορίες από το φοβερό μακελειό των αδερφοφάδων του εμφυλίου. Μπορούσες σε κάποια σημεία να δεις ότι είχε απομείνει από κάποια αμπριά. Κι αυτό τους γέμιζε θλίψη. Ματωμένα τα χώματα κάθε σπίτι είχε και νεκρό.
Ο δρόμος στενός αλλά το “αρχαιολογικό” παρά την ηλικία του πήγαινε με χάρη χορευτή γύρω γύρω στις απότομος στροφές. Κι ο οδηγός με την ήρεμη οδήγηση σε γέμιζε εμπιστοσύνη. Ήταν τέλη Νοέμβρη αλλά ο καιρός κρατούσε υπέροχα. Το τοπίο εναλλάσσονταν σε χρώματα πράσινα, κίτρινα πορτοκαλιά με σημαιοφόρους φράξους και σημύδες πλατάνια και οξιές λυγερόκορμες κουκουναριές και αγέρωχα ρόμπολα ψηλά να οριοθετούν τις κορυφογραμμές.
 Πάνω στον δρόμο σαν πριμαντόνες οι καστανιές φορτωμένες σε καλούσαν να τις τιμήσεις. Και παρ’ όλο που ανήκουν στο βουνό τρυγιούνται από τους ντόπιους σε μια έντιμη όσο και άτυπη συμφωνία σεβαστή από όλους.
Η ζωή πάνω στο βουνό και μες το δάσος ακολουθεί τους δικούς της κανόνες και νόμους. Και ζητάει τον απέραντο σεβασμό. Εκεί η ζωή είναι πιο έντονη από οπουδήποτε αλλού, μαζί κι ο θάνατος πιο εύκολος από οπουδήποτε αλλού. Ζωή και θάνατος δεμένα σ’ έναν αέναο κύκλο συνύπαρξης. Δημιουργία και αποσύνθεση. Έτσι είναι η ζωή στα αρχέγονα ταιριάσματά της. Περπατάς πάνω στους σωρούς από φύλλα και νιώθεις την ζωντάνια παντού. Ξέρεις πως σε παρακολουθούν χιλιάδες μάτια, αμέτρητες κεραίες, ατέλειωτοι οσφρητικοί αδένες. Ψίθυροι, κραυγές και σιγομουρμουρίσματα σαν θρόισμα κουτσομπολιού αέρα και φύλλων.
Υγρή η ατμόσφαιρα γεμάτη μυρωδιές. Ταξίδευαν εδώ και μια ώρα κάτω από τα δέντρα και τάνιωθαν πως τους κοιτούσαν με περιέργεια. Είχαν ανέβει στο οροπέδιο κι είχε μεσημεριάσει. Μπρος τους εκτείνονταν μια μακρόστενη κοιλάδα και στην δεξιά της πλαγιά προς την κορυφή ήταν κρεμασμένο το χωριό. Όμορφο, παραδοσιακό, μικρό, τον χειμώνα είχε λίγο κόσμο. Μπήκαν στην πλακόστρωτη πλατεία και αποβιβάστηκαν μπροστά από το καφέ-εστιατόριο “Το ξυλόσπιτο”. Η δροσιά τους χτύπησε τα ρουθούνια και τους έσφιξε τα χαλαρά κορμιά. Προετοιμασμένοι καθώς ήταν φόρεσαν χοντρά επανωφόρια και κουμπώθηκαν μέχρι πάνω.
Στάθηκαν μπροστά στο πατρικό της σπίτι και το επόπτευσαν απ’ έξω. Όλα φαινόντουσαν φυσιολογικά. Ένα τυπικό διώροφο χωριάτικο σπίτι. Ο Μανώλης είχε κάνει πολλές βελτιώσεις. Ξεκλείδωσαν και μπήκαν. Ακατοίκητο το σπίτι είχε έντονη την μυρουδιά  κλεισούρας. Άνοιξε παράθυρα και κανάτια γέμισε οξυγόνο η βαριά ατμόσφαιρα. Ο Μανώλης έφερε από την αποθήκη ξύλα και βάλθηκε να ανάψει το τζάκι. Ο Θανασάκης πήρε φόρα κι ανεβοκατέβαινε τις σκάλες φωνάζοντας. “Μάναααα! Εγώ πάω στον θείο”. “Καλά, θα ρθούμε και μείς σε λίγο”.
Έβγαζε από το στόγκο σκεπάσματα και βελέντζες, όλα της μάνας της, και το μυαλό της έτρεχε στους ατραπούς της θύμησης. Την μάνα της, τον πατέρα της το χωριό που άδειασε. Τα παιδικά της χρόνια.
Μύρισε το σπίτι καμένο ξύλο απ’ το τζάκι και τα σκεπάσματα μόλις αερίστηκαν πήραν εκείνη την γλυκιά μυρουδιά όπως όταν έβγαιναν απ’ τον αργαλειό. Μύρισε χωριό! Έκλεισαν παράθυρα ασφάλισαν τζάκι και σπίτι και πήραν τον δρόμο πέντε σπίτια πιο κάτω, για τον θείο της.
Ο θειος της ο Γιώργης τους υποδέχτηκε καλόκαρδα στην είσοδο της αυλής. Ψηλός ασπρομάλλης με βαθιές ρυτίδες και μια πελώρια μουστάκα, το καμάρι του. Είχε τεράστια χέρια φορτωμένα φλέβες, κούραση, ιστορία. Χώρεσαν κι οι δυό στην μεγάλη του αγκαλιά. Τους φίλησε, γέμισαν χαρά. Μια ξυλόσομπα κι ένα τζάκι κρατούσαν το μεγάλο σαλόνι σε καλή θερμοκρασία. Ύστερα κάθισαν γύρω από το τραπέζι για το ζεστό βραδινό με γίδα βραστή και τσίπουρο. Έξω η νύχτα γέμιζε τον χώρο στερώντας τον από το φως. Σ’ αυτό το υψόμετρο ήσουν πιο κοντά στον Θεό, συνήθιζε να λέει ο θείος κι άρχισε την προσευχή πριν το φαγητό. Όλοι έκλεισαν τα μάτια και ενώθηκαν με το Θείο σε μια ανθρώπινη υπέρβαση.
Συνεχίζεται …

ΔΕΗ – ΜΕΓΚΑ ΜΟΥ




Μετά την απόφαση  της δικαιοσύνης  να μην πληρώνουμε  το χαράτσι με τον λογαριασμό της ΔΕΗ … να και τα κομματόσκυλα (συνδικαλιστές της ΔΕΗ) με ανακοινώσεις ....
 είμαστε αποφασισμένοι να σταθούμε δίπλα στον φτωχό πολίτη , κανένα σπίτι χωρίς ρεύμα και άλλα τέτοια …
αλλά μετά εορτής …
Και λέω μετά εορτής …
Γιατί κάθε μέρα είναι και μια άλλη γιορτή
Σήμερα (αυτές τις μέρες) είναι των Αγίων ΜΙΝΤΙΑ
Κάθομαι στον καναπέ και βλέπω ξαφνικά διαφήμιση της ΔΕΗ
Χμ έχει ανταγωνισμό η ΔΕΗ  ?
Υπάρχουν σήμερα άλλες εταιρείες και δεν το ξέρω ?
Προς τι η διαφήμιση ?
Μη μου πείτε ξέπλυμα χρήματος ?
Μη μου πείτε  συμψηφισμός χαρατσιού με τους μιντιαρχες ?
Μπα σίγουρα κάτι άλλο θα τρέχει που το χαζό το μυαλό μου δεν το έπιασε
Για να δούμε οι σύντροφοι  συνδικαλιστές της ΔΕΗ θα μου το εξηγήσουν εμένα τον χαζό
….
Γιατί τόσες διαφημίσεις της ΔΕΗ στα μιντια βρε παιδιά έτσι ξαφνικά … πόσο κοστίζουν όλες αυτές …  θα μπορούσε να κάνει  κοινωνικά τιμολόγια η ΔΕΗ αντί αυτών των άσκοπων διαφημίσεων
Κάντε καμιά σύσκεψη σε ξενοδοχείο με τζακούζι και απαντήστε μου αν θέλετε

Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2012

Εκατό σκαλοπάτια κι ένα πλατύσκαλο.


 Σελίδα 3 

Γκρίνιαζε η Σοφία που ο Άκης θα παντρεύονταν πιο γρήγορα από αυτήν. Ο γάμος ορίστηκε για μετά τρεις μήνες στην εκκλησία της Αγίας Θέκλας. “Τι να κάνουμε βρε κορίτσι μου. Αφού η Βασούλα είναι έγκυος. Τι διάολο μπάσταρδο θα βγάλουμε;”  Έλεγε η μάνα και ήξερε πως έπρεπε να τρέξει τους χρόνους, και πάλι τα πράγματα όμως δεν θα γινόντουσαν όπως τάθελε. Ήθελε πολύ κόσμο, γλέντι με όργανα και τέτοια να πούμε που γίνονταν στους παραδοσιακούς γάμους. Μα τώρα τα πράγματα ήταν αλλιώτικα. Λεφτά για πέταμα δεν υπήρχαν. “΄Ακου πατέρα” είπε ο Άκης “Θα κάνουμε πολιτικό γάμο και μόλις ευκολυνθούμε θα κάνουμε θρησκευτικό όπως τον θέλει η μαμά. Πες και συ κάτι ” Τελικά πες πες την έπεισαν και της έδωσαν τον λόγο τους πως μόλις μάζευαν λεφτά θα κάναν και τον θρησκευτικό.
Κόντευαν Χριστούγεννα και η αγορά στην πόλη γεμάτη κόσμο. Ξεθωριασμένα λαμπιόνια, ξεθωριασμένα θλιμμένα πρόσωπα, ξεθωριασμένη ζωντάνια. Κόσμος πολύς μα τα μαγαζιά άδεια. Φέτος οι γιορτές θα γινόταν πολύ πιο φτωχές απ’ ότι και σ’ αυτόν τον πόλεμο. Μόνο κάτι φτηνιάρικα δωράκια για το αντέτι των Χριστουγέννων.
Κοίταξε το μεγάλο ρολόϊ της κουζίνας. Οκτώ παρά δέκα. Έστρωσε το τραπέζι. Μια σαλάτα λάχανο και δύο πιάτα μακαρόνια σπαγγέτι. Ένα γι αυτή ένα για τον άντρα της.  Έκαναν τον σταυρό τους και οι μπουκιές συναλλάσσονταν με τις κουβέντες.
-Ρε Μανώλη τι θα κάνουμε; Η κατάσταση δεν είναι καλή. Μήπως θάπρεπε να μαζέψουμε λίγα τρόφιμα σε κείνο το σπιτάκι στο χωριό που μας άφησε η μάνα μου; Αν γίνει κάτι νάχουμε τουλάχιστον κάτι να φάμε και να προφυλαχτούμε μέχρι να περάσει  η μπόρα. Έχουμε και μικρό παιδί. Ο Στέφανος μου είπε …
-Ο Στέφανος ο ξερόλας, την διέκοψε. Έχει απευθείας με τον Θεό ανοικτή γραμμή. Ούουουφ!
-Βρε μάτια μου για μένα δεν υπάρχει άλλος έξω από σένα. Εξ άλλου ο Στέφανος είναι πρώτος μου ξάδελφος. Το παιδί βλέπει πράγματα.
Εκείνος δεν απάντησε. Μάζεψε τα φρύδια του και σκέφτηκε την παραγγελία που του ακύρωσαν. Δυό πόρτες ήταν αυτές. Θα του άφηναν κανένα διακοσάρι ευρώ. Δεν τόπε της γυναίκας του να μην την στεναχωρήσει. Εκείνη όμως απτόητη συνέχισε.
-Ξέρεις, σκέφτηκα να πάω μια βόλτα αυτές τις μέρες να δω και τον θείο Γιώργη. Μια και δεν έχει σχολείο θα πάρω και τον Θανασάκη. Τι λες; Για να σε δω, εσύ κάτι έχεις. Τι συμβαίνει;
Σήκωσε αδιάφορα τους ώμους. Το μυαλό του γύριζε σαν σβούρα γύρω από την ακύρωση. Στο τέλος δεν άντεξε και το ξεστόμισε. Τον χάϊδεψε στο κεφάλι και ύστερα του έσφιξε το μπράτσο.
-Μην μου στεναχωριέσαι βρε και θαμπώνουν τα μάτια που με πλάνεψαν. Μιά δουλειά έφυγε άλλη θα έρθει.
-Μπορείς να πας αύριο στο χωριό. Της είπε ξαφνικά και σηκώθηκε ανέκφραστος. Πήγε  στην τηλεόραση και την άνοιξε. Ύστερα μετάνιωσε και την έκλεισε. Ένιωθε μια ανησυχία μέσα του που δεν μπορούσε να προσδιορίσει την προέλευσή της.
-Ρε Μανώλη κάνε μου μια χάρη. Πάμε μαζί στο χωριό.
-Και το μαγαζί; Τι θα γίνει το μαγαζί;
-Σάμπως έχεις καμιά δουλειά μωρέ Μανωλιό; Αφού σου ακύρωσαν και τις πόρτες άντε να πάμε μαζί να ξεκουραστείς και συ λίγο.
-Καλά , θα το σκεφτώ. Δεν σου δίνω λόγο όμως, να ξέρεις.
Και σαν το πήραν απόφαση έβαλαν το Άκη να πηγαίνει λίγες ώρες στο μαγαζί μήπως και πέσει καμιά δουλειά. Κάθονταν που κάθονταν.
Στην ώρα της η υπερταχεία ξεκίνησε αφήνοντας να κοιτούν ζηλόφθονα κάτι χαλασμένα βαγόνια αταξίδευτα εδώ και χρόνια που σκούριαζαν πάνω στις νεκρές γραμμές. Τα κοίταζε ο Θανασάκης απ’ το παράθυρο και τούφεραν δυσθυμία. Άσχημο πράγμα του φάνηκε του παιδιού ο αργός θάνατος. Σφίχτηκε άθελα στο μπράτσο της μάνας του κι εκείνη απίθωσε τα χείλια της πάνω στα σγουρά μαλάκια του με τρυφερότητα. Έτσι νικιέται ο θάνατος και η μαυρίλα. Με της μάνας το γλυκό φιλί.
Συνεχίζεται

Βάλε το κενό στη θέση του…

Posted on 9 Δεκεμβρίου, 2012 2:55 μμ από

Η ταμειακή μηχανή έγραψε ένα φωτισμένο 43,24€. Η αμηχανία, μάλλον ταξιδεύει με μια αθόρυβη, γρήγορη μηχανή. Δεν την άκουσα, αλλά σε έφτασε πριν προλάβεις να κινηθείς· φάνηκε στο πρόσωπό σου, στην φωνή σου. Ήμουν πιο πίσω κι αρχικά δε σε είδα, αλλά σε άκουσα. Μια αθόρυβη και γρήγορη μηχανή σε έφτασε.
Πρώτα ρώτησες την ταμία, χαμηλόφωνα, αν έχει γίνει κάποιο λάθος. Δε μπορεί τα «5 πράγματα» που πήρες να κάνουν 43 ευρώ. Και τότε με το βλέμμα σου, η αμηχανία περνάει στην ταμία αστραπιαία. Εγώ έκανα λάθος. Τελικά, δεν ταξιδεύει με μηχανή, αλλά με την ταχύτητα του βλέμματος. Η ταχύτητα του βλέμματος δεν είναι σταθερή, σαν του φωτός, εξαρτάται από τους ανθρώπους και το κενό ανάμεσά τους. Κάτι τέτοιο, μάλλον…
Τώρα η σκέψη όλων είναι, μήπως η ταμίας έκανε λάθος… δεν έχει πολύ καιρό που έπιασε δουλειά εκεί, είναι όλη μέρα στο ταμείο, ίσως έκανε λάθος… Άνθρωποι είμαστε. Ξεκινά να ελέγξει τον αριθμό των αντικειμένων και έπειτα στο περίπου πόσο κάνει το καθένα και σου επιβεβαιώνει ότι αυτό είναι το σύνολο… Εντάξει. Το δέχεσαι. Δεν φταίει η ταμίας. Τόσο έγραφαν πάνω τα πράγματα, τόσο βγάζει το σύνολο η μηχανή. Ξανακοιτάς στο πορτοφόλι και δεν υπάρχουν τόσα διαθέσιμα. Δεν φταίει η μηχανή, ούτε η ταμίας ούτε το βλέμμα της, αλλά στο πορτοφόλι υπάρχει ένα μικρό κενό…
Η ουρά στο ταμείο αυξάνεται και χωρίς καν η ταμίας ή εσύ να κοιτάξετε άλλους, η αμηχανία συνεχίζει το ταξίδι της στον υπόλοιπο χώρο. Έφτασε στους επόμενους! Πώς έγινε αυτό;! Τόση απόσταση, χωρίς βλέμματα, πώς έφτασε στους επόμενους; Πάλι λάθος. Δεν κυκλοφορεί έτσι, τελικά, δεν κυκλοφορεί μόνο με βλέμματα. Όταν λείπουν τα βλέμματα, μπορεί και κυκλοφορεί με την ταχύτητα της σκέψης. Οι πιο κοντινοί σε σένα, αρχίζουν και εκείνοι τώρα, να ελέγχουν πρώτα το πορτοφόλι τους… έπειτα, το καλάθι τους, μήπως πήραν κάτι που δεν είναι απαραίτητο. Μαζί κι εγώ. Μηχανικές κινήσεις στις τσέπες, γρήγορες ματιές στις τιμές των πραγμάτων στο καλάθι… γρήγοροι υπολογισμοί και αναμονή. Μια αμήχανη αναμονή. Και το κενό μεταξύ μας αρχίζει και μικραίνει.
Θα μπορούσες να είχες αρχίσει τα παράπονα ή τις φωνές, για το πόσο ακριβά τα έχουν κοστολογήσει στο συγκεκριμένο κατάστημα, τον κιμά και το κοτόπουλο και το γάλα και το ρύζι… να πεις για το ποιοι «κλέβουν τόσα χρόνια», ποιοι «είναι άδικοι» και είναι στο απυρόβλητο, για το ποιοι «μας έφεραν σε αυτήν την κατάσταση», για το «ποιοι φταίνε»… για το ποιοι σε απέλυσαν, για το ποιοι χρωστάνε στον άντρα σου, για τα παιδιά που σε περιμένουν στο σπίτι να μαγειρέψεις… Δε θυμάμαι ποια είναι τα παιδιά σου. Είναι οικείο το πρόσωπό σου, σίγουρα κάπως γνωριζόμαστε, κάπου κοντά μένετε, ίσως πήγαινα σχολείο με τα παιδιά σου, αλλά μάλλον δεν ήταν συμμαθητές μου… ή ήταν, αλλά δε θυμάμαι ονόματα, πια. Θα μπορούσες να πεις στην ταμία να περιμένει και ότι θα πεταχτείς να φέρεις από το σπίτι όσα λείπουν. Μένεις κοντά άλλωστε, μια γειτονιά όλοι, αλλά δεν το λες. Τι θα αλλάξει αν πας και επιστρέψεις; Ξέρεις ήδη πόσα έχει το πορτοφόλι και δεν είναι 43. Αυτό αρκεί.
Δε λες τίποτα από αυτά. Δε δικαιολογείσαι. Ζητάς μόνο συγγνώμη από τους υπόλοιπους, χωρίς να συναντηθούν τα βλέμματά σας ούτε στιγμή. Εγώ όμως είδα ότι κανένας δεν ενοχλήθηκε και στο είπαν κιόλας, χαμογελώντας, κατανοώντας… Αμήχανοι, αλλά προσπάθησαν να καλύψουν την απόσταση ανάμεσά σας, αυτό το κενό. Να μικρύνει κι άλλο το κενό.
Τελικά η ταμίας προτείνει τη λύση. Ακύρωση και πάλι από την αρχή, αλλά με λιγότερα πράγματα.
Στέκεσαι προσπαθώντας να πείσεις τον εαυτό σου ότι δεν τα χρειάζεσαι «όλα». Δε μπορείς να κάνεις κι αλλιώς, πλέον ψάχνεις μονολογώντας, ποια πράγματα θα αφήσεις. Μπροστά σου η μηχανή έτοιμη να μετρήσει ξανά και πίσω σου, οριστικά πια, η αμηχανία βρίσκεται στους επόμενους. Επιλέγεις λίγα, αφήνεις τα «ακριβά». Αφήνεις τον κιμά και το κοτόπουλο και κρατάς τον καφέ που «έχει δώρο τη ζάχαρη».
Έτυχε η μηχανή και συμφωνεί τώρα με το κενό στο πορτοφόλι. Όταν δε συμβαίνει, να το ξέρεις ότι οι επόμενοι στην ουρά είναι πρόθυμοι να μικρύνουν κι άλλο το κενό, το όποιο κενό… ακριβώς γιατί είμαστε αμήχανοι. Μηχάνεσαι για το κενό. Βάλε το κενό στη θέση του… Μη_χάνεσαι.
:)
Σε ευχαριστώ πάρα πολύ για τη φωτό. Ξέρ’σ εσύ. :)