Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2012

ιστορια




 http://www.olympos-kissavos.gr

Η περιοχή, μαζί με τα στενά των Τεμπών, βρισκόταν στα όρια ανάμεσα στη θεσσαλική Πελασγιώτιδα (περιοχή πεδιάδας της Λάρισας), την Περραιβία (περιοχή του θεσσαλικού Ολύμπου–Ελασσόνας) και την χώρα των Μαγνήτων, η οποία διέτρεχε όλα τα ανατολικά παράλια της οροσειράς Κισσάβου – Μαυροβουνίου – Πηλίου. Με το αιτιολογικό ότι η περιοχή αποτελούσε φυσική συνέχεια της Πιερίας, διεκδικήθηκε πολλές φορές από τους Μακεδόνες.
Στο σύθαμπο της ιστορίας βρίσκουμε τον Γουνέα, προπορευόμενο των Μαγνήτων, κατά τον Όμηρο, μαζί με τους Αινιάνες και τους Περραιβούς, να εκστρατεύει για την Τροία. Έκτοτε το όνομά του βρέθηκε αναμειγμένο σε διάφορες παραδόσεις (του Φενεού της Αρκαδίας, της Κυρήνης-Λιβύη, κ.ά.). Eξ’αυτών μπορούμε να συμπεράνουμε πως το όνομα αυτό υπήρχε τουλάχιστον τον 8ο αι. π.Χ. και πως είναι η πρώτη μαρτυρία της ύπαρξης της πόλης των Γόννων (Br.Helly), ενώ ταυτόχρονα αντανακλά και την
κινητικότητα της θεσσαλικής ανθρωπογεωγραφίας κατά την ίδια χρονική περίοδο.

Οι ανασκαφές στις αρχές του 20ου αι. επιβεβαίωσαν την θέση της αρχαίας πόλης, πάνω σε τρεις λόφους που δέσποζαν στην παραπήνεια πεδιάδα, κοντά στη πόλη Δερελί. «Η ακμή της πόλης βασίζονταν στην κυριαρχία επί της εξαιρετικά εύφορης λεκάνης που προστατεύονταν από τους βοριάδες και βρίσκονταν στους πρόποδες του Ολύμπου. Η πόλη φρουρούσε την είσοδο των Τεμπών και την παράκαμψη μέσω Κονδύλου - Ασκυρίδος για την Κάτω Μακεδονία».

Η αρχαιότερη (προϊστορική) πόλη βρισκόταν χαμηλότερα μέσα στην πεδιάδα στο ύψωμα Μπεσίκ Τεπέ (Γόννοι), όπου βρέθηκαν δύο κυκλικά τείχη, πολλά νεολιθικά, μυκηναϊκά και γεωμετρικά λείψανα καθώς και ένας θολωτός τάφος.

Αναμφισβήτητα οι Γόννοι υπήρξαν η σημαντικότερη πόλη της περιοχής, με ιστορία η οποία αρχίζει από τα μέσα της 3ης χιλιετηρίδας π.Χ. και εκτυλίσσεται αδιάκοπα μέχρι σήμερα. Τα ευρήματα της κλασσικής περιόδου της πόλης, κυρίως νομίσματα και έργα τέχνης, μαρτυρούν την ακμή της πόλης, η οποία όμως από πολύ νωρίς -μέσα του 4ου αι.- βρέθηκε υπό την μακεδονική κυριαρχία, αλλάζοντας σημαντικά τη φυσιογνωμία της. Με την εγκατάσταση των Μακεδόνων αλλάζει η Περραιβική κατ’ ουσία σύσταση του πληθυσμού, ενώ ταυτόχρονα αλλάζει η γλώσσα και οι παραδόσεις.

Ένα σπουδαίο κείμενο αναφοράς για την περιοχή, χρόνια αργότερα, ανήκει στο Ρωμαίο ιστορικό Τίτο Λίβιο, ο οποίος περιγράφει τα γεγονότα του πολέμου ανάμεσα στους Ρωμαίους και τους Μακεδόνες του Περσέα το 169-168π.Χ.
Από την ιστορία του Τίτου Λίβιου και τις σποραδικές αναφορές σε άλλους αρχαίους συγγραφείς, καθώς και από τα αρχαιολογικά ευρήματα της περιοχής, συμπεραίνουμε πως τα μονοπάτια του Κάτω Ολύμπου χρησιμοποιήθηκαν κατά την αρχαιότητα για να παρακαμφθεί η στενωπός των Τεμπών.

Γι’ αυτό και οι εκάστοτε κύριοι της περιοχής φρόντιζαν να ανανεώνουν την επάνδρωση των οχυρών του Γοννοκόνδυλου - που οι Μακεδόνες τον μετονόμασαν Ολυμπιάδα - της Λαπαθούντος και του Χάρακα, που βρίσκονταν ανάμεσα στους Γόννους και την Καλλιπεύκη.

Στην περιοχή συναντιούνταν τα όρια της Περραιβίας, της Θεσσαλίας (αφού η Ελάτεια και η οδός των Τεμπών, νότια του Πηνειού ανήκουν στη Θεσσαλία) και της Μακεδονικής Πιερίας, ενώ οι ανατολικές υπώρειες του Κισσάβου ανήκουν στη Μαγνησία. Οι πόλεις Φίλα (κοντά στο Διαβατό), το Ηράκλειον (κοντά στον Πλαταμώνα) και το Δίον (κοντά στη Μαλαθριά, σήμερα Δίον) ανήκουν στην Πιερία και ερίζουν για τον καθορισμό των συνόρων, με γνωστή τη διαμάχη του Γόννου με το Ηράκλειο για τον κάτω Πηνειό και τις νησίδες του.

Την ανατολική Όσσα κατέχουν οι Μάγνητες, λαός που μετανάστευσε εδώ πιθανόν από το βορρά, και, κατά τον Ησίοδο, ο γενάρχης τους Μάγνης ήταν αδελφός του Μακεδόνος. Η βορειότερη πόλη της Μαγνησίας ήταν το Ομόλιον (από το ομονοητικό), στις πλαγιές του βουνού, κοντά στην έξοδο του Πηνειού από τα Τέμπη. Κατείχε την γέφυρα του ποταμού και στην ακρόπολη της αρχαίας πόλης βρέθηκαν κατάλοιπα ναού του 5ου αι.π.Χ. καθώς και το πόδι κολοσσιαίου αγάλματος (5μ. ύψος) του Δία. Υπήρξε σημαντική πόλη για τους Μάγνητες, η οποία μέχρι και τον 3ο αι. π.Χ. έκοβε ορειχάλκινα νομίσματα.

Σύμφωνα με τους αρχαιολόγους υπήρχαν κι άλλες πόλεις στην διαδρομή προς νότο στις ανατολικές πλαγιές της Όσσας, όμως φαίνεται πως η σπουδαιότερη εξ αυτών ήταν η Μελίβοια, που έκοβε και αυτή ασημένια και ορειχάλκινα νομίσματα και έλεγχε το δρόμο από το βορρά προς τη Δημητριάδα. Η πόλη καταστράφηκε από τους Ρωμαίους το 168π.Χ.
Λιγοστές είναι οι αναφορές των ιστορικών πηγών για τον Κίσσαβο - Κάτω Όλυμπο κατά την περίοδο των μέσων χρόνων. Ο Ιεροκλής, βυζαντινός ιστορικός και γεωγράφος του 6ου αι. μ.Χ., αναφερόμενος στην περιοχή στο «Συνέκδημο» του, κατονομάζει τις πόλεις Σάλτος Βουραμίνσιον και Σάλτος Ιόβιος, ενώ δύο αιώνες αργότερα ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος, μνημονεύει, μεταξύ των άλλων, και τρείς πόλεις Βουραμίνσιον, Ιαννούβιος και Σάλτος, τις οποίες ο Γ.Κορδάτος τοποθετεί στις ανατολικές πλαγιές της οροσειράς Κισσάβου - Μαυροβουνίου - Πηλίου.

Γνωρίζουμε πάντως ότι από τον 6ο αιώνα άρχισαν οι σλαβικές επιδρομές στην περιοχή με συνέπεια, όπως αναφέρει ο ιστορικός Προκόπιος, να μην τολμάει κανείς να περάσει την κοιλάδα των Τεμπών από το φόβο των ντόπιων και των «βαρβάρων», που καραδοκούσαν στο βουνό. Πιθανό απομεινάρι κάποιας από τις καθόδους των Σλάβων να είναι το παλιό όνομα της Καλλιπεύκης, Νεζερός (Εζερός), που προέρχεται από τη σλαβική ονομασία ίσβορ=πηγή, λίμνη -αφού γνωρίζουμε πως στην Καλλιπεύκη υπήρχε λίμνη, μέχρι την αποξήρανσή της στις αρχές του 20ου αι. (1911)- καθώς και αρκετά από τα ονόματα των οικισμών του Κισσάβου (Σελίτσιανη- Ανατολή, Ρέτσιανη-Μεταξοχώρι, Νιβόλιανη-Μεγαλόβρυσο, Δέσιανη- Αετόλοφος κ.ο.κ.).
Ωστόσο στα βυζαντινά χρόνια η περιοχή κυρίως της Ανατολικής Όσσας ήταν γεμάτη μοναστήρια και εκκλησίες: το μοναστήρι της Παναγίας του Οικονομείου, οι Άγ.Απόστολοι, το ασκηταριό της Αγ.Παρασκευής Ομολίου, η Παλαιοπαναγιά η Ξεσπορίτισσα της Αμπελικής Στομίου, ο Άγ.Νικόλαος πάνω από τις εκβολές του Πηνειού, το ασκηταριό του Αγ.Ιωάννου του Προδρόμου, οι βυζαντινοί ναοί στο Κόκκινο Νερό και πολυάριθμες άλλες προς το εσωτερικό του βουνού.
Μάλιστα η παράδοση διατηρεί τη μνήμη μιας μοναστικής κοινότητας, τόσο μεγάλης και σημαντικής όσο και αυτή του Αγίου Όρους, στην περιοχή της νοτιοανατολικής Όσσας και του Μαυροβουνίου, η οποία έφερε το όνομα «το όρος των Κελλίων».

Η κοινότητα αυτή θα πρέπει να ήταν εγκατεστημένη στην παραλιακή ζώνη προς την πλευρά της Όσσας - ιδιαιτέρως μεταξύ Καρίτσας και Αθανάτου (Μελιβοίας) - και να υπαγόταν διοικητικά στη Μητρόπολη Λάρισας. Όπως επισημαίνουν σύγχρονοι ερευνητές, τόσο οι πηγές που αναφέρονται στο όρος των Κελλίων όσο και τα μνημεία, που ολοένα ανακαλύπτονται στην περιοχή, πιστοποιούν πως η μοναστική κοινότητα που ήταν εγκατεστημένη εδώ και άκμαζε κατά τον 11ο αι, υπήρχε ήδη κατά τον 9ο αι. και διαλύθηκε μετά το 14ο αι.
Την άνοιξη του 1083 ο αυτοκράτορας Αλέξιος Κομνηνός εξεστράτευσε κατά των Νορμανδών, που πολιορκούσαν τη Λάρισα υπό τον Βοημούνδο του Τάραντα, ηγεμόνα της Καλαβρίας και Σικελίας, γιό του Ροβέρτου Γυισκάρδου και απελευθερωτή της Σικελίας από την κυριαρχία των Αράβων.
Ο αυτοκράτορας στην πορεία του προς τη Λάρισα επέλεξε να αφήσει την κεντρική οδό, που ελέγχονταν από τις δυνάμεις του Βοημούνδου, και να κινηθεί από την ανατολική πλευρά του Βουνού των Κελλίων, το οποίο σύμφωνα με τους αρχαιολόγους είναι ο Κίσσαβος (παλαιοσλαβική λέξη που σημαίνει «τόπος της βροχής»).


"… καταλιπών και τον βουνόν
τον ούτωσι εγχωρίως
καλούμενον Κίσσαβον
κατήλθεν εις Εζεβάν,
χωρίον δε τούτο Βλαχικόν
της Ανδρωνίας έγγιστα διακείμενον
"

Η αρχαιολογική έρευνα στην περιοχή έδειξε πως ο δρόμος που ακολούθησε ο Αλέξιος ήταν γνωστός από την αρχαιότητα και χρησιμοποιήθηκε για στρατιωτικούς σκοπούς. Έτσι, λόγω της σημασίας του ως παράπλευρη οδός επικοινωνίας της Μακεδονίας με τη Μαγνησία, φρουρούνταν από πλήθος οχυρώσεων. Κοντά στις οχυρωματικές κατασκευές ερευνήθηκαν αρκετά ασκηταριά στο Ομόλιο, στη θέση της αρχαίας πόλης, η οποία υπήρχε μέχρι την παλαιοχριστιανική περίοδο, καθώς και στις παρακείμενες χαράδρες.
Επίσης ερευνήθηκε το ασκηταριό της Αγ.Παρασκευής, με εικονογράφηση της παλαιολόγειας εποχής, ενώ στο Στόμιο βρέθηκαν δύο ναοί και η επιτύμβια επιγραφή του αρχιερέα Διονυσίου Καμψορύμη. Στην περιοχή η μεγάλη πυκνότητα των μνημείων εμφανίζεται νοτίως του Στομίου και στο λόφο πάνω από το λιμάνι υπάρχει ισχυρό φρούριο της μεσοβυζαντινής περιόδου.
Διάσπαρτες είναι και οι θέσεις στην περιοχή της Καρίτσας (η οποία αναφέρεται από τον 12ο αι., από τον Άραβα γεωγράφο Edrisi), στην περιοχή του Κόκκινου Νερού και στην περιοχή της Κουτσουπιάς, Παλιουριάς και του ακρωτηρίου Δερματάς. Οι θέσεις αυτές δηλώνουν οχυρώσεις, μοναστήρια, λιθόστρωτα της παραλιακής οδού, κάστρα και άλλα τεχνικά έργα και επιβεβαιώνουν τη σπουδαιότητα της περιοχής και τις αρχαιότερες μαρτυρίες γι’ αυτή. Για παράδειγμα, οι δεξαμενές για την παραγωγή κρασιού στην περιφέρεια της Μελιβοίας επιβεβαιώνουν την παράδοση της Αρχαίας πόλης, που ήταν φημισμένη για τα κρασιά της.


Πιθανολογείται ότι, αφού κατέβηκε από τον Κίσσαβο, ο Αλέξιος κινήθηκε προς την κοιλάδα της Ποταμιάς, λόγω του ότι το πέρασμα ελεγχόταν από το φρούριο της Σκήτης, κι από κει, μέσω των υπωρειών του Μαυροβουνίου, στον ασφαλή δρόμο, που έλεγχαν τα δύο ισχυρά βυζαντινά επίσης φρούρια, Καστρί και Κανάλια. Στην παρακάρλια περιοχή τέλος πιθανολογείται και η ύπαρξη του χωρίου Εζεβάν, νότια της Αμυγδαλής, όπου στάθμευσε ο αυτοκράτορας πριν ξεκινήσει για τα «κηπουρεία του Δελφινά» (θέση μεταξύ Τρικάλων και Λαρίσης), για να βρεθεί στα νώτα του Βοημούνδου. Στις αρχές του 14ου αι. -μαθαίνουμε από το χρονικό του Φραντσίσκο Μονκάδα- Καταλανοί ακολουθούμενοι από Τούρκους, επέδραμαν στην περιοχή της Όσσας και του Κάτω Ολύμπου, όπου παρέμειναν τρία χρόνια (1306-1309).
Στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, τα χωριά Τσάγεζι (σήμ. Στόμιο) και Καρίτσα ήταν κεφαλοχώρια, ενώ το Λασποχώρι (σήμ. Ομόλιο) ήταν τσιφλίκι που κατοικούνταν από χριστιανούς. Ταυτόχρονα, με τη δημιουργία των αρματολικίων, τα οποία έλεγχαν τις διαβάσεις των Τεμπών και της Ελασσόνας, ο Όλυμπος έγινε ξακουστός για τους κλεφταρματολούς του, όπως ο Νικοτσάρας κ.ά. Μετά το 16ο αι. τα σημαντικότερα χωριά του Κάτω Ολύμπου είναι η Ραψάνη και η Κρανιά, όπου εμφανίστηκε σπουδαία οικονομική, παιδευτική και καλλιτεχνική δραστηριότητα μέχρι το 18ο αι..
Στα κεφαλοχώρια αυτά, όπως και στα γειτονικά τους Αμπελάκια και στο Μπαμπά, αλλά και σε άλλες περιοχές της Ανατολικής Θεσσαλίας (Τύρναβο, Αγιά), αναπτύχθηκε η βιοτεχνική παραγωγή των βαμβακερών και μεταξωτών υφασμάτων, που βάφονταν με το κόκκινο του ριζαριού και είχαν μεγάλη ζήτηση στις αγορές της Ευρώπης.
Στις αρχές του 19ου αι. η ευημερία των χωριών του Κάτω Ολύμπου πλήγηκε αφενός από την επιδημία της πανώλης (1813-14), αφετέρου από τις πιέσεις που δεχόταν από τους Αρβανίτες του Αλή πασά, κάνοντας όλη σχεδόν τη Θεσσαλία τσιφλίκι του, αλλά και από την αδυναμία των μικρών βιοτεχνικών μονάδων να παρακολουθήσουν την εκβιομηχάνιση της υφαντουργίας στην Ευρώπη (κυρίως στην Αγγλία). Στους παραπάνω λόγους έρχονται να προστεθούν και η επισφαλής διακίνηση των εμπορευμάτων τους, εξαιτίας των Ρωσοτουρκικών και Ναπολεόντειων πολέμων, και τέλος η χρεωκοπία της Τράπεζας της Βιέννης, της οποίας ήταν καταθέτες. Έτσι πολλοί από τους κατοίκους τους αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν τότε προς περιοχές της Ανατολικής Μακεδονίας, όπως στη Νιγρίτα Σερρών, που εγκαταστάθηκαν οριστικά.


Το τελειωτικό χτύπημα δόθηκε με το ξέσπασμα της ελληνικής επανάστασης, στην οποία τα χωριά του Κάτω Ολύμπου συμμετείχαν εξαρχής και πλήρωσαν βαρύ τίμημα. Η Κρανιά καταστράφηκε από τον Αβδουλαβούτ πασά το 1822 και η Ραψάνη αργότερα, με το ξέσπασμα της επανάστασης του 1878, από τους Τούρκους των Γόννων (τότε Δερελί). Ωστόσο η περιοχή Κισσάβου–Κ. Ολύμπου έγινε καταφύγιο προσφύγων από πολλές δοκιμαζόμενες περιοχές της χώρας (Χίος κ. α.).
Η περιοχή, με τη συνθήκη του Βερολίνου (1878) και την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στο Ελληνικό Βασίλειο (1881), αποτέλεσε το βορειοανατολικό σύνορο του ελληνικού κράτους. Σιγά-σιγά, μετά μάλιστα και από την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών του 1932, τα χωριά αναπτύσσονται οικονομικά και δημογραφικά, συμμετέχουν σε όλους τους εθνικούς αγώνες, με αποκορύφωμα την αντίσταση ενάντια στα ιταλογερμανικά στρατεύματα κατοχής.
Κατά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο και μετά την κατάρρευση του μετώπου οι Γερμανοί και Ιταλοί έχουν εγκατασταθεί στις πόλεις και ο λαός περνά μία από τις μεγαλύτερες δοκιμασίες. Ο Κίσσαβος, όπως και το Μαυροβούνι, αποδεικνύονται το ασφαλέστερο καταφύγιο των καταδιωκόμενων από τους κατακτητές αλλά και ιδανικός τόπος για οργάνωση των αντιστασιακών ομάδων ενάντια σ’ αυτούς. Ο ίλαρχος του τακτικού στρατού Γιώργος Ζαρογιάννης τοποθετείται στο υπό συγκρότηση Αρχηγείο Κισσάβου του ΕΛΑΣ, με το ψευδώνυμο «Καβαλάρης».
Ο εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς γι’ αυτό το πρώιμο ξέσπασμα θα γράψει τους στίχους, που έγιναν τραγούδι του ΕΛΑΣ από το συνθέτη Αλέξανδρο Ξένο:

"...Μαυροβουνιού Καπλάνια
κι Ολύμπου Σταυραϊτοί
Εμπρός ολόρθοι ατρόμαχτοι
μαυρίλα αστροπελέκι…"
Ο Ζαρογιάννης οργάνωσε την πρώτη ομάδα ανταρτών, η οποία έκανε γνωστή την ύπαρξή της, για την τόνωση του ηθικού του τοπικού πληθυσμού, στα χωριά Σκήτη, Ποταμιά, Κουκουράβα, Έλαφο και Σκλήθρο. Από κει με σχέδιο μεταφέρει τη φλόγα της αντίστασης στο Πήλιο, με κέντρο την Άνω Κερασιά. Η Εθνική Αντίσταση της Θεσσαλίας είχε ξεκινήσει ορμητικά. Οι ανθρωπιστικές της αρχές, με το δίκτυο αλληλοβοήθειας που είχε οργανωθεί, θα βοηθήσουν τους Εβραίους της Λάρισας να βρουν καταφύγιο στα χωριά του Κισσάβου και να γλυτώσουν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Η αποφασιστικής σημασίας δράση των ένοπλων σχηματισμών της Εθνικής Αντίστασης στην περιοχή εντοπίζεται στα σαμποτάζ των μονάδων Μηχανικού του ΕΛΑΣ, και ιδιαίτερα του Μηχανικού του Ολύμπου, που συγκροτήθηκε τον Φεβρουάριο του 1943, υπό τον Αντώνη Αγγελούλη ή Βρατσάνο, με σκοπό την παρακώλυση της ελεύθερης διακίνησης στρατού και στρατιωτικού υλικού από τον κατακτητή. Σε συνεργασία με τους αντιστασιακούς του Σιδηροδρόμου, ανατίναξε αρκετές φορές τις γραμμές του τρένου στα Τέμπη και τη γύρω περιοχή, καταφέρνοντας μεγάλα πλήγματα στους Γερμανούς και ανακούφιση στα νότια μέτωπα της Εθνικής Αντίστασης και στους Συμμάχους. Μέσα από την πλούσια ιστορία της περιοχής θα αναδειχθούν σημαντικές προσωπικότητες, που με το έργο τους θα παίξουν σημαντικό ρόλο στην ιστορική της πορεία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου